Από την σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο Ανδρέας Μιαούλης να βυθίσει την κορβέτα «ΥΔΡΑ» που ήταν λάφυρο από τον αιγυπτιακό στόλο και την φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ», που το κράτος το απέκτησε με βαρύ δάνειο και ακόμα το χρωστούσε.
Ήταν η περίοδος που ο Καποδίστριας είχε εγκατασταθεί στο Ναύπλιο και είχε αναλάβει την διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους. Τα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ήταν τεράστια και οι απαιτήσεις των φατριών πιεστικές. Ο ίδιος ήταν οπαδός της «πεφωτισμένης δεσποτείας» και προκειμένου να εφαρμόσει την πολιτική του ανέστειλε όλα τα προηγούμενα Συντάγματα και επέλεξε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του τα οποία προέρχονταν κυρίως από το λεγόμενο ρωσικό κόμμα. Ήθελε να κυβερνά μόνος, χωρίς συμβουλές και υποδείξεις … Εναντίον του είχαν στραφεί οι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, οι Ρουμελιώτες υπό τον Ιωάννη Κωλλέτη και η Ύδρα των Κουντουριώτηδων.
Για την Ύδρα, ο κυριότερος λόγος αυτού του μίσους ήταν η κατάργηση του συστήματος αυτοδιοίκησης που είχε ως τότε το νησί, αλλά και η παύση του δικαιώματος είσπραξης των προσόδων από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Θέλησε έτσι ο Καποδίστριας να εξισώσει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των πολιτών, σε όλο το κράτος, εφαρμόζοντας την ισονομία χωρίς εξαιρέσεις.
Ένας άλλος αφανής και μη ομολογούμενος λόγος, για την αντιπολιτευτική πολιτική γενικά των Υδραίων, ήταν η επιθυμία τους να σταματήσουν οι προσπάθειες για την ενίσχυση του Εθνικού Ναυτικού με νέα πλοία, γιατί έτσι θα είχαν απώλεια εσόδων από τη διακοπή ενοικίασης των καραβιών τους από το κράτος.
Άλλος πολύ σπουδαίος λόγος, ήταν η απαίτηση των Υδραίων καραβοκύρηδων για την άμεσο και «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές και απώλειες των πλοίων τους, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Ο Καποδίστριας αναγνώρισε αμέσως το δίκαιο αίτημα και υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιωνόταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι όμως απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων «εδώ και τώρα», πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο για τα ισχνά οικονομικά του κράτους. Ο Κυβερνήτης κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να κάμψει τις απαιτήσεις των Υδραίων για άμεση καταβολή των αποζημιώσεων. Πρότεινε μάλιστα την χορήγηση εθνικών γαιών αντί αποζημιώσεων, αλλά ματαίως. Η αντίδραση ήταν η ίδια. Στο τέλος αναγκάστηκε να ζητήσει επειγόντως από τη Γερουσία την εξοικονόμηση 24.500 δίστηλων για το σκοπό αυτό. Οι Υδραίοι δέχτηκαν το ποσό αλλά δεν συμφωνούσαν με τον τρόπο διάθεσής του, που πρότεινε ο Καποδίστριας, δηλαδή να πληρωθούν πρώτα οι φτωχοί και άνεργοι ναύτες και μετά οι ευπορούντες καραβοκύρηδες. Δυστυχώς συνάντησε ακόμη μια φορά την πεισματική άρνηση των τελευταίων. Ο Καποδίστριας συνέχισε όμως τις προσπάθειες συμφιλίωσης με τους Υδραίους γιατί δεν ήθελε αυτή την αντιπαράθεση με ανθρώπους που έδωσαν τόσα πολλά για τον απελευθερωτικό αγώνα και για το σκοπό αυτό εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο το κήρυξε το λιμάνι της Ύδρας ελεύθερο, πράγμα που σήμαινε ότι απαλλασσόταν από όλους τους τελωνειακούς δασμούς. Ούτε αυτό το μέτρο όμως έκαμψε την αδιαλλαξία των Υδραίων, οι οποίοι συνέχιζαν τις εκτός τόπου και χρόνου απαιτήσεις τους.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Καποδίστριας. Εκατοντάδες αγωνιστές και στρατηγοί, ναύτες, πλοίαρχοι και ναύαρχοι, απαιτούσαν κι αυτοί πληρωμή από τα άδεια ταμεία του κράτους, για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Όλοι είχαν απλωμένο το χέρι και ζητούσαν. Η ανεργία και η φτώχια ήταν φυσικό επακόλουθο για το νεοσύστατο κράτος που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σταθεί στα πόδια του.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η αντίδραση με το κύμα των απαιτήσεων, μεταμορφώθηκε σε σφοδρό πολιτικό πάθος, με προεξάρχοντα τον αρχηγό του Αγγλικού Κόμματος Αλέξ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους Λάζαρο Κουντουριώτη και Ανδρέα Μιαούλη. Τα πράγματα οξύνονταν από μέρα σε μέρα. Μέσα στα αιτήματα των Υδραίων, προστέθηκε ένα καινούριο: η σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης. Η εφημερίδα της ‘Υδρας «Απόλλων» προπαγάνδιζε απροκάλυπτα για αποστασία από τη νόμιμη κυβέρνηση και εξαπέλυε καθημερινά αμείλικτη πολεμική κατά του Κυβερνήτη, που ήταν «ο εχθρός του λαού» και «ο τύραννος». Πέτυχαν οι Υδραίοι με συνεχείς προσπάθειες, να προσεταιριστούν και άλλα νησιά και περιοχές της χώρας κι έτσι άρχισε να καταφτάνει στον Καποδίστρια πλήθος επιστολών και αναφορών από όλη την Ελλάδα, με τις οποίες κατέκριναν τον τρόπο διοίκησης, κάκιζαν τα κυβερνητικά μέτρα, που όπως έγραφαν, στερούσαν την ελευθερία των πολιτών, καταπατούσαν τις αρχές της δικαιοσύνης και του συντάγματος. Τέτοιες αναφορές έφτασαν ακόμη και από την Αθήνα που δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί από τον Τουρκικό ζυγό!
Είναι άξιον απορίας, πώς άντεξε ο Καποδίστριας και δεν υπέβαλε την παραίτησή του, με τις συνεχείς αντιδράσεις που συναντούσε σε κάθε του προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός κράτους ικανού να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής εκείνης, αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψει μας τα επίσης μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην Πελοπόννησο με τους Μαυρομιχαλαίους και την ένοπλη πλέον στάση που αυτοί υποκινούσαν. Άντεξε γιατί ήταν άνθρωπος με ατσάλινο σθένος και γρανιτένια θέληση.
Από ένα σημείο και πέρα τα πράγματα πήραν ανεξέλεγκτη τροπή. Το αντικαποδιστριακό κλίμα είχε εξαπλωθεί επικίνδυνα, η αντιπαράθεση ήταν πλήρης και όδευε ταχύτατα στην τραγική κατάληξη.
Στις 14/7/1831 με τη σχεδίαση και προτροπή του Μαυροκορδάτου, ο Μιαούλης κατέλαβε αιφνιδιαστικά μέρος του εθνικού στόλου στον Πόρο και το μικρό φρούριο του νησιού. Επρόκειτο πλέον για καθαρή ανταρσία. Η ακαταλόγιστη αυτή ενέργεια των Υδραίων , κατέπληξε και εξόργισε τον Καποδίστρια, ο οποίος έστειλε αμέσως ένα τάγμα στρατού και μια ίλη ιππικού, στην απέναντι του Πόρου ακτή, με την εντολή να καταλάβουν το μικρό Φρούριο. Παράλληλα, ζήτησε από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις να βοηθήσουν, αποκλείοντας με τον στόλο της η κάθε μία, το λιμάνι του Πόρου, αλλά δυστυχώς μόνο η Ρωσία ανταποκρίθηκε σ’ αυτό.
Το επόμενο δεκαπενθήμερο καθώς ο αποκλεισμός του λιμανιού του Πόρου συνεχιζόταν, συνέβησαν διάφορα γεγονότα, μικροσυμπλοκές, δηλώσεις και αντιδηλώσεις των πρωταγωνιστών, παρεξηγήσεις, παρανοήσεις, πείσματα εκατέρωθεν, βιαστικές ενέργειες και προπαντός πλήρης αδιαλλαξία, που μεγάλωνε την ένταση κάθε μέρα και πιο πολύ.
Έτσι έφτασε το πρωινό της 1ης Αυγούστου 1831. Ο Μιαούλης είχε προειδοποιήσει ότι θα ανατίναζε τα καράβια, αν αντιλαμβανόταν κάποια ύποπτη κίνηση αιφνιδιασμού και για το σκοπό αυτό είχε διατάξει να τοποθετήσουν φυτίλια στις πυριτιδαποθήκες της φρεγάτας «Ελλάς», στις κορβέτες «Ύδρα» και Εμμανουήλ» και στο ατμοκίνητο «Καρτερία». Κατά τις 9.30 το πρωί ο Μιαούλης παρατήρησε κάτι ύποπτες κινήσεις ενός Ρωσικού πλοίου και νομίζοντας ότι πρόκειται για επίθεση εναντίον του, διέταξε να ανάψουν τα προετοιμασμένα φυτίλια. Μια τρομακτική έκρηξη συγκλόνισε όλη την περιοχή. Η μεγαλοπρεπής φρεγάτα «Ελλάς» και η κορβέτα «Ύδρα», που ήταν τα λαμπρότερα και πολυτιμότερα πλοία του εθνικού στόλου, βυθίστηκαν μέσα σε ένα πανδαιμόνιο κρότων και καπνού. Ο Μιαούλης και οι άνδρες του μόλις πρόλαβαν να πηδήξουν σε μια βάρκα και να φτάσουν στην Ύδρα. Τα δύο άλλα πλοία που ήταν κι αυτά έτοιμα να ανατιναχτούν, ευτυχώς σώθηκαν την τελευταία στιγμή, χάρη στην αυτοθυσία δύο ναυτών.
Είναι παράξενο πώς ένας τόσο μεγάλος ήρωας της Επανάστασης, προχώρησε σε μια τόσο αποτρόπαιη πράξη, κυριευμένος από ασίγαστο πολιτικό πάθος, μη σκεπτόμενος το μέγεθος της ζημιάς που προκαλεί στην πατρίδα του, που με τόση πίστη και αυταπάρνηση υπηρέτησε, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας του. Η πράξη του αυτή που ήταν αποκρουστική από πάσης απόψεως, αγγίζει τα όρια του εθνικού εγκλήματος. Όλο το ένδοξο παρελθόν ναυάρχου, έσβησε τη στιγμή που έδινε την τρομερή διαταγή της ανατίναξης.
Όμως το Έθνος σύσσωμο, λησμόνησε γρήγορα αυτές τις σκοτεινές σελίδες της ζωής του Μιαούλη και τον αντάμειψε αργότερα με τιμητικές θέσεις και αξιώματα. Μάλιστα το 1932 συμμετείχε στην πρεσβεία που μετέβη στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον Όθωνα.
Όταν δε τον Ιούνιο του 1835 ασθενήσας απεβίωσε, τον θρήνησε όλη η Ελλάδα και δεν έπαψε να τον τιμά μέχρι σήμερα.
Πηγή: http://ift.tt/2uQHvER
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου