Έναν άντρα που δεν φοβήθηκε τίποτα και κανέναν, άξιο και δυνατό, ένας ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΗΡΩΑΣ. Μακάρι εκείνο το απόγευμα να μην είχαν πάει στο άδειο τους σπίτι…
Ο κύριος Αντώνης Νικόλα Λίγγη αναφέρει στο ant1iwo:
«Γεννήθηκα στις 18/8/1957 στην Άχνα και έχω 3 αδέλφια. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Νικόλα αλλά όλοι τον φώναζαν Νικολό. Ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος και πολύ τολμηρός. Δεν έκανε πράξεις για το θεαθήναι αλλά γιατί το έλεγε η καρδιά του και ήταν πάντα λιγομίλητος και σοβαρός. Πρωταγωνιστούσε σε όλους τους αγώνες αυτού του τόπου: το 1955-59, το 1963-64, το 1967 αλλά και το 1974 που συνέβη το κακό. Όλοι στο χωριό τον σεβόντουσαν και τον εκτιμούσαν. Ήταν γεωργός και είχε πολλά μηχανήματα, τα έφερνε μόνος του από στο εξωτερικό. Είχε χρήματα αλλά ποτέ δεν το παινευόταν, μάλιστα βοηθούσε αρκετό κόσμο που είχε προβλήματα, τους δάνειζε αλλά ποτέ δεν τα ζητούσε πίσω.
Είχε αρκετούς υπαλλήλους, ανάμεσα τους και έναν Τουρκοκύπριο. Ήταν ο πρώτος Τουρκοκύπριος που έμεινε στην Άχνα. Έζησε εκεί 4 χρόνια και μετά πήγε στα Κούκλια. Έκλαιγε στον πατέρα μου ότι δεν είχε να φάει και χρειαζόταν οπωσδήποτε δουλειά. Αρκετοί όμως ήταν εκείνοι που του έλεγαν: «Είναι καλός άνθρωπος και δουλευταράς, να τον πάρεις στη δουλειά σου». Δούλεψε μαζί μας 7 ολόκληρα χρόνια, οδηγούσε το φορτηγό. Πολλές φορές είχε φάει μαζί μας, στο ίδιο τραπέζι. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και πάντα πρόθυμος να μας βοηθήσει. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως αυτός ο άνθρωπος ήταν στην πραγματικότητα κάποιος άλλος…
Στο χωριό άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι επρόκειτο για μυστικό πράκτορα αλλά ο πατέρας μου δεν έδινε σημασία.
Ένα απόγευμα, πήγαμε στο σπίτι του για να πάρουμε το φορτηγό. Ο πατέρας μου έστειλε εμένα να ζητήσω τα κλειδιά, εκείνος περίμενε στο αυτοκίνητο. Κτύπησα την πόρτα και όταν άνοιξε η γυναίκα του, της ζήτησα τα κλειδιά και την ρώτησα που είναι ο άντρας της. Εκείνη μου απάντησε: «Δεν ξέρω, ήρθαν και τον πήραν από το στρατό». Όταν μπήκα στο σπίτι, είδα μπροστά μου κρεμασμένη μια στολή αξιωματικού. Ήμουν 15 χρονών τότε και σίγουρα μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Έτρεξα και το είπα στον πατέρα μου, εκείνος με κοίταξε για λίγο και μου είπε: «Είναι δυνατόν να είναι αλήθεια όσα λένε στο χωριό;».
Στις 15 Ιουλίου του 1974, ήρθε το πρωί κανονικά στη δουλειά του αλλά ο πατέρας μου τον έδιωξε. Εξαφανίστηκε και τον είδαμε ξανά εκείνο το καταραμένο απόγευμα, στις 10 Οκτωβρίου 1974…
Μετά από 5 μέρες, έγινε η Τουρκική εισβολή. Ακολούθησαν όλα εκείνα τα δεινά, ο πόνος και η δυστυχία. Αφήσαμε τα σπίτια μας και ότι άλλο είχαμε με μόνη έννοια να γλιτώσουμε από τους Τούρκους. Πήγαμε στο απέναντι δάσος όπου αργότερα στήσαμε τα τσαντίρια μας. Τώρα δεν είναι πια δάσος αλλά χωρίο και είναι το Δασάκι Άχνας, εκεί μένουν και οι περισσότεροι Αχνιώτες.
Λίγες μέρες μετά την εισβολή…
Πολλοί συγχωριανοί μου πήγαιναν στο χωριό για να ταΐσουν τα ζώα, να ποτίσουν τα δέντρα τους και να πάρουν ότι χρειαζόντουσαν. Δεν φοβόμασταν επειδή δεν είχε Τούρκους στρατιώτες. Εμείς η αλήθεια πηγαίναμε κάθε απόγευμα και κάναμε μπάνιο. Εκείνη την ημέρα όμως πήγαμε πρωί…
Είδαμε από μακριά ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο στην αυλή μας. Σταματήσαμε και τους βλέπαμε. Είχαν ανάψει φωτιά και έκαιγαν τα έπιπλα του σπιτιού μας. Θυμάμαι είχαν μαζευτεί τότε αρκετοί συγχωριανοί και βλέπαμε σιωπηλοί το κακό που γινότανε. Μετά από αρκετή ώρα φύγαμε και επιστρέψαμε ξανά το απόγευμα.
Εκτός από μένα και τον πατέρα μου, ήταν μαζί μας και μια φίλη μας, η Ανδρούλλα. Είχαμε παρκάρει ακριβώς πίσω από το σπίτι μας. Η φίλη μας πήγε να ποτίσει τα λουλούδια και εμείς να φορτώσουμε ένα βαρέλι με πετρέλαιο και να ταΐσουμε τα ζώα μας. Μετά από λίγα λεπτά, ήρθε τρομαγμένη η Ανδρούλλα και μας είπε ότι μέσα στο σπίτι μας ήταν ο Τουρκοκύπριος υπάλληλος του πατέρα μου.
Της είχε πει ότι στο περιβόλι μας είχε Τούρκους στρατιώτες και πως έπρεπε να φύγουμε αμέσως γιατί θα μας σκοτώσουν. Εκείνος στεκόταν στην βεράντα και μας έκανε νόημα να φύγουμε. Μας άφησε και μπήκαμε στο αμάξι χωρίς να πυροβολήσει. Ο πατέρας μου είχε ένα στρατιωτικό Land Rover και καθίσαμε όλοι μπροστά.
Όταν περάσαμε μπροστά από το σπίτι μας, εκείνος φώναξε: «Νικολό σταμάτα» και άρχισε τους πυροβολισμούς. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ακόμα ένας άντρας, επίσης οπλισμένος. Μετά τον θυμήθηκα, ήταν, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον, μηχανικός αυτοκινήτων και είχε συνεργείο στις περιοχές μας.
Έριξαν περίπου 10 πυροβολισμούς…
Η πρώτη σφαίρα βρήκε την Ανδρούλλα. Η άτυχη γυναίκα έγειρε πάνω μου και το αίμα της ήταν παντού, σε όλο μου το σώμα. Είδα όμως αίματα να τρέχουν και από το κεφάλι του πατέρα μου, κάποια στιγμή έγειρε πάνω στο τιμόνι και το αυτοκίνητο πήγαινε μόνο του μέχρι που έδωσε πάνω σε μια πέτρα και σταμάτησε. Έσκυψα κάτω και κρατούσα το κεφάλι μου. Θραύσματα από εξοστρακισμό σφαίρας με βρήκαν στο χέρι και συγκεκριμένα στην αλυσίδα του ρολογιού μου. Όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, κατέβηκα. Κρύφτηκα στον πίσω τροχό του αυτοκινήτου, Εκείνος φαίνεται με είδε και φώναξε: «Ρε Αντώνη εσύ είσαι;», δεν απάντησα και φώναξε άλλες 2 φορές. Όταν του απάντησα μου είπε: «Φύγε πριν έρθει ο στρατός».
Άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Γύρισα το κεφάλι πίσω μόνο όταν ένιωσα ότι δεν κινδύνευα πια. Φτάνοντας στις ελεύθερες περιοχές, ο πρώτος που συνάντησα ήταν ένας φίλος του πατέρα μου. Του είπα όλη την ιστορία και μαζί πήγαμε πίσω. Ήθελα να δω αν ήταν ακόμα ζωντανοί και να τους πάμε στο νοσοκομείο. Βρήκαμε μόνο την Ανδρούλλα και ήταν ακόμα ζωντανή, ο πατέρας μου δεν ήταν πουθενά…
Πέταξαν την άτυχη γυναίκα και έφυγαν με το δικό μας αυτοκίνητο. Μαζί τους πήραν και τον πατέρα μου. Την πήγαμε στο νοσοκομείο της Δεκέλειας όπου 48 ώρες αργότερα, ξεψύχησε. Κράτησαν και εμένα για λίγες ώρες.
Όσο για τον πατέρα μου, δεν μάθαμε ποτέ τίποτα. Δεν ξέρω αν ήταν ζωντανός ή νεκρός. Δεν γνωρίζω αν τον πήγαν σε κάποιο νοσοκομείο…
Ποιος ξέρει…
Τον ήθελαν ζωντανό ή νεκρό;
Ο άνθρωπος που για 7 χρόνια υπηρετούσε πιστά τον πατέρα μου, ήταν μυστικός πράκτορας και στο σπίτι μας δεν υπήρχε στρατός, ήταν μόνο εκείνος μαζί με τον άλλο Τουρκοκύπριο, επίσης πράκτορα. Μας έλεγε ψέματα από την αρχή μέχρι το τέλος.
Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρω να το ξεπεράσω. Όλες εκείνες οι σκηνές, οι πυροβολισμοί, τα αίματα, ο πατέρας μου, δεν έφευγαν στιγμή από το μυαλό μου. Κάθε βράδυ έλεγα στον εαυτό μου: «Μακάρι να μην πηγαίναμε εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μας, μακάρι να είχα δίπλα μου τον πατέρα μου…».
Οι πληγές παραμένουν και οι τρομακτικές εκείνες εικόνες, έγιναν άγρια θηρία που ακόμα με κυνηγούν».
Πηγή: http://ift.tt/2pFWdNc
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου